αρριβισμός

αρριβισμός
ο
1) карьеризм; 2) авантюризм

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "αρριβισμός" в других словарях:

  • αρριβισμός — ο η επιδίωξη για γρήγορη ανάδειξη με κάθε μέσο θεμιτό ή μη. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου πρβλ. γαλλ. arrivisme < arriviste (πρβλ. αρριβίστας)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»